Το Αίνιγμα της Ίριδας: Κεφάλαιο 1

Ελ Καμίνο

 

«Έχεις όμορφα μάτια» την άκουσα να μου λέει. Όμορφα; Ίσως εκτίμησε τη χρωματική τους ασυμφωνία. Το ένα γαλάζιο και το άλλο πράσινο, το ένα παρατηρητής μίας συνηθισμένης πραγματικότητας, το άλλο μάρτυρας μίας αλήθειας σκοτεινής, απόκρυφης, αποκαρδιωτικής. Βέβαια δε βλέπουμε με τα μάτια μας. Ο πραγματικός τους ρόλος δεν είναι άλλος από τη μεταφορά των οπτικών ερεθισμάτων στον ινιακό λοβό, εκεί όπου ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τις πληροφορίες και συνθέτει τις εικόνες.

  Πώς τα ξέρω όλα αυτά; Η αλήθεια είναι πως δε θυμάμαι. Σκόρπιες γνώσεις και αναμνήσεις, οι περισσότερες ξεθάβονται σε ανύποπτο χρόνο δημιουργώντας μία ευχάριστη ψευδαίσθηση σοφίας. Άραγε ο ινιακός μου λοβός είναι εξίσου διχασμένος; Ίσως ο αριστερός να είναι πιο αισιόδοξος, πιο φωτεινός, πιο ρομαντικός αρνούμενος να δεχτεί τον εκμαυλισμό αυτού του κόσμου.

  «Και τα μαλλιά σου μού αρέσουν. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο ζωηρό κόκκινο χρώμα» συνέχισε να με κολακεύει. Ίσως και να με φθονούσε. Έψαξα στο βλέμμα της τις σκέψεις της, το πράσινο μάτι μου διάβασε την απορία της. «Πώς θα πετύχω την ίδια απόχρωση, την ίδια άλικη ένταση;» εξωράισε ο νους μου την ευτελή πνευματική της δραστηριότητα. Παραλίγο να γελάσω, σπάνιο φαινόμενο για τους μιμικούς μύες μου.

  Παραιτήθηκα γρήγορα από την κατασκοπεία του μυαλού της. Τα αποτελέσματα γίνονταν ήδη αισθητά στο δικό μου, αλλάζοντας τη μορφή της, υπονομεύοντας το φαινομενικό της κάλλος. Όχι, όχι πάλι! Η λευκή λεία επιδερμίδα της άρχιζε να γίνεται τραχιά σαν βράχος που δεν τον έχει χαϊδέψει ποτέ η θάλασσα, το γλυκό της χαμόγελο να μετατρέπεται σε σαρδόνιο γέλωτα, τα αστραφτερά κεχριμπαρένια της μάτια να σμίγουν σε δύο διαβολικές σχισμές πλαισιωμένες από ανύπαρκτες προ ολίγου βαθιές ρυτίδες. Αν συνέχιζα να την κοιτάζω, να συνομιλώ μαζί της και να τη γνωρίζω, η εικόνα της σύντομα δε θα θύμιζε σε τίποτα γυναίκα, ούτε καν άνθρωπο.

  Πώς μπόρεσα να ερωτοτροπήσω με αυτό το γύναιο; Μήπως στα δικά της μάτια μεταμορφωνόμουν κι εγώ σε τέρας; Δεν άντεξα το βάρος της ισοπεδωτικής μου σκέψης, της ζήτησα ευγενικά να φύγει. Τώρα που ανακαλώ το ατυχές περιστατικό, ίσως και να διαπιστώνω πως δεν ακούστηκα τόσο ήπιος όσο πίστευα. «Τελικά είσαι κι εσύ ένα κοινό κάθαρμα! Ένα ζώο που θέλει μόνο να ικανοποιεί τα ένστικτά του!» πρέπει να φώναξε μεταξύ άλλων. Σκόρπιες αναμνήσεις, κάποιες συνειδητά καλυμμένες από άλλες λιγότερο δυσάρεστες.

  Έμεινα μόνος. Επιτέλους. Σηκώθηκα με δυσκολία, σύρθηκα σαν ερπετό μέχρι τον καθρέφτη της τουαλέτας, τον μοναδικό του μικροσκοπικού μου σπιτιού. Ήθελα να βεβαιωθώ πως όλα ήταν στη θέση τους, ψηλαφήθηκα για να αποτινάξω και τις τελευταίες αμφιβολίες. Ευτυχώς η δική μου εικόνα παρέμενε αναλλοίωτη, δίχως διχαλωτή γλώσσα, το ίδιο άσχημη ή όμορφη, ανάλογα με τον κριτή και τη διάθεσή του. Μη με ρωτήσεις τι είδους κριτής είμαι εγώ ή ποια είναι η συναισθηματική μου κατάσταση, τώρα, τότε ή οποιαδήποτε στιγμή. Είναι όλα ένα αίνιγμα.

  Καθρέφτες. Με τον κατάλληλο φωτισμό προβάλλουν μία ωραιοποιημένη εκδοχή της εξωτερικής μας εμφάνισης, απαλλαγμένη από σκοτεινές ατέλειες. Πολλάκις έχω διαπιστώσει πως το πουκάμισο που η πωλήτρια ορκιζόταν ότι ράφτηκε αποκλειστικά για μένα, χάνει ξαφνικά την αίγλη του μακριά από τον ειδικά διαμορφωμένο χώρο του καταστήματος. Ένα ακόμα ελκυστικό κάλυμμα, περισσότερο ή λιγότερο αποτυχημένο για τον καθένα. Είχα θαυμάσει εκείνο της γυναίκας που μόλις είχα διώξει, είχα ηδονιστεί στην επαφή του για όσο έκρυψε την αλήθεια. Πλέον δε θυμάμαι ούτε το όνομά της.

  Γιατί με κοιτάζω ακόμα; Μήπως τα πύρινα μαλλιά μου εξαφανιστούν αφήνοντας στη θέση τους καμένη γη; Μήπως τα μάτια μου βυθιστούν στις κόγχες τους καθιστώντας με τυφλό και απαλλάσσοντάς με από την κατάρα μου; Αλλά ακόμα και τότε, ποιος με διαβεβαιώνει ότι δε θα αναλάβει η ακοή μου τον άχαρο ρόλο τους; Είμαι ένας άνθρωπος καταδικασμένος να βλέπει πέρα από το προφανές, να βιώνει τη φαντασία του, να υποφέρει στο βούρκο που καλείται «ανθρωπότητα». Πνίγομαι αργά και βασανιστικά, το οξυγόνο ξεγλιστρά από μία μικροσκοπική χαραμάδα, από μία οπή που ούτε διευρύνεται ούτε είναι δυνατόν να καλυφθεί.

  Κι ακόμα δε σου έχω αποκαλύψει το όνομά μου. Αστείο, δε συμφωνείς; Στοιχηματίζω με όση προκλητικότητα μού έχει απομείνει πως στην πορεία η περιέργειά σου θα συγκρουστεί με την αίσθηση του χιούμορ. Θέλω να σου τα πω όλα, ακόμα και τα πιο βαθιά μυστικά μου. Αυτά που κανείς δε γνώρισε, ούτε οι πιο στενοί μου φίλοι. Αν είχα ποτέ τέτοιους. Δεν ξέρω αν θα φτάσουν στα χέρια σου αυτές οι σελίδες, ίσως τις κάψω προτού ολοκληρωθεί η ιστορία. Ίσως, πάλι, να μεταφέρω την ουσία τους στον τελευταίο μου πίνακα. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δε θα υπάρξει άλλος, όμως οι υποσχέσεις είναι για να αθετούνται. Ή για να τηρούνται. Ακόμα ένα αίνιγμα.

  Νέος και αφελής ακόμα για την επίλυση τέτοιων γρίφων, το επόμενο πρωί κίνησα για την οικία μίας ηλικιωμένης αριστοκράτισσας. Χήρα εύπορου επιχειρηματία, μοναδική κληρονόμος της διαθήκης του, άτεκνη και μελαγχολική. Φέρνουν μελαγχολία τα πλούτη, εκτός κι αν διαθέτεις τον κατάλληλο χαρακτήρα ώστε να τα απολαύσεις. Η Γκρίζα Χήρα – όπως πιθανότατα γνωρίζεις έτσι την αποκαλώ στους πίνακές μου – επένδυε την περιουσία της κυρίως σε αλκοολούχα ποτά. Επένδυση με μοναδική προοπτική τη χρεωκοπία του ήπατος. Μπορεί να μην ήμουν αρμόδιος να κρίνω το επιχειρηματικό της πλάνο, ωστόσο το καθεστώς της μέθης της δυσχέραινε και τη δική μου δουλειά. Θα ήταν πολύ απλούστερο το έργο μου αν μου επέτρεπε να ζωγραφίσω ελεύθερα, δίχως κανόνες και περιορισμούς. Αλλά βλέπεις η λαίδη προτιμούσε την ωραιοποιημένη εικόνα του καθρέφτη.

  Αυτήν τη φορά με υποδέχτηκε με ένα ποτήρι κονιάκ κρατημένο σφιχτά στο δεξί της χέρι, έτσι όπως ο χειρουργός κρατά το νυστέρι του κατά την ηπατεκτομή. Καθόταν σε ένα κεκλιμένο ανάκλιντρο, εκείνο που αργότερα απεικόνισα ως θρόνο φτιαγμένο από κρανία, μπροστά στο παράθυρο του σαλονιού. Αρνήθηκα ευγενικά το κέρασμα που μου πρότεινε η οικιακή βοηθός και πλησίασα την εργοδότριά μου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε φανεί να αντιλαμβάνεται την άφιξή μου. Πέρασε το ποτήρι στο αριστερό χέρι και έγειρε το κεφάλι της προς το μέρος μου, έτσι που τα γκρίζα μαλλιά της απλώθηκαν σαν βεντάλια.

  «Θέλω να με κάνεις όμορφη! Νέα και σφριγηλή όπως ήμουν κάποτε!» απαίτησε τονίζοντας προσεκτικά τα λόγια της, αντιμαχόμενη την επίδραση του οινοπνεύματος. Αν δε χρειαζόμουν απεγνωσμένα την αμοιβή που θα μου προσέφερε, θα γελούσα. Τελικά νιώθω την ανάγκη να γελάσω συχνότερα απ’ όσο πίστευα, απλώς τις περισσότερες φορές αναγκάζομαι να την καταπιέσω. Πώς στο καλό να ζωγραφίσω το πορτρέτο μιας σιτεμένης χήρας παρουσιάζοντάς την ως δροσερή νεράιδα τη στιγμή που παλεύω να μην τη δω ως αρραβωνιαστικιά του Χάρου; Φυσικά κράτησα την απρεπή σκέψη μου για τον εαυτό μου. Τη λύση που βρήκα τη γνωρίζεις. Θα περίμενα να επισημοποιηθεί ο γάμος ώστε να ελευθερωθεί το πεδίο.

  Έπιασα αμέσως δουλειά. Θα ήθελα να σου περιγράψω πώς αισθάνομαι όταν αρχίζω να δίνω ζωή σε έναν λευκό καμβά, να γεμίζω το κενό με ό, τι γεμίζει τη συνείδησή μου, μα προτιμώ να το κάνω για έναν πίνακα που σημαίνει περισσότερα για μένα. Αυτός εδώ δεν ήταν παρά το εισιτήριό μου σε ακριβότερα εστιατόρια, ίσως και σε ένα πιο άνετο διαμέρισμα για τους επόμενους μήνες. Ποιος ξέρει, μπορεί το αποτέλεσμα να ενθουσίαζε την ηλικιωμένη αριστοκράτισσα τόσο που να μου ανέθετε περισσότερα έργα.

  Από τότε που διαδόθηκε η χρήση της φωτογραφικής μηχανής η ζωγραφική έπαψε να απεικονίζει τη συμβατική πραγματικότητα, την επικαιρότητα, τους ανθρώπους. Πλέον ο καθένας μπορεί να απαθανατίσει το προφίλ του με το πάτημα ενός κουμπιού. Ευτυχώς υπάρχουν ακόμα ματαιόδοξοι ευγενείς που θεωρούν τις φωτογραφίες ανεπαρκείς για να αποδώσουν την αριστοκρατική τους εμφάνιση σε όλο της το μεγαλείο. Η ματαιοδοξία γεννά επαγγελματικές ευκαιρίες. Ένας νέος ζωγράφος, όπως ήμουν τότε κι εγώ, επιθυμεί διακαώς να αποδείξει πως οι πελάτες του έχουν δίκιο, πως μόνο ο ίδιος είναι κατάλληλος να απεικονίσει μία πραγματικότητα πέρα από τα όρια του ορατού.

  Αυτή δεν είναι και η ουσία της Τέχνης; Να ξεπερνά την πραγματικότητα, να εκφράζει τη διάνοια και τη φαντασία, να χορταίνει συναισθήματα και πάθη. Πάντα ξεχείλιζα κι από τα δύο. Όμως παρασύρθηκα και ξέφυγα από την εξιστόρησή μου.

  «Μου συστήθηκες με το καλλιτεχνικό σου ψευδώνυμο. Ποιο είναι το πραγματικό σου όνομα ζωγράφε;» με ρώτησε προσπαθώντας να παραμείνει ακίνητη. Αρχικά την αγνόησα όντας απορροφημένος στην τελετουργία μου. Μην ανησυχείς, θα σου την περιγράψω και αυτήν στον πίνακα που θα αξίζει. «Σ’ αρέσει να διατηρείς το μυστήριο, ε; Πετυχαίνει ως εμπορικό κόλπο;» επέμεινε αναγκάζοντάς με να σπάσω τη σιωπή μου.

  «Είναι ένα βαρετό όνομα, ίδιο με όλα τ’ άλλα. Δε χρειάζεται να το μάθετε» προσπάθησα να ακουστώ ευγενικός και ζεστός, αγνοώ αν τα κατάφερα.

  «Μικρέ, όλοι μας έχουμε κάποιες παραξενιές. Μεγαλώνοντας θα δεις και τις δικές σου να γιγαντώνονται. Εγώ πρέπει να τα ξέρω όλα».

  Επιστροφή στη σιωπή. Δεν είχα λόγο να της αποκαλύψω το όνομα που διάλεξαν άλλοι για μένα. Άλλωστε, αυτοί οι άλλοι δεν έκαναν τίποτα περισσότερο έκτοτε για χάρη μου. Φυσικά δεν έχω μιλήσει σε κανέναν γι’ αυτό, όχι ακόμα. Όπως ήδη ανέφερα, πρόκειται να σου διηγηθώ τα βαθύτερα και πιο σκοτεινά μυστικά μου, εξερευνώντας κι εγώ ο ίδιος για πρώτη ίσως φορά τα ενδότερα τμήματα της ψυχής μου. Μόνο τότε θα δεις όσα βλέπω, όσα μου δείχνει το πράσινο μάτι.

  «Αν μου το πεις θα διπλασιάσω την αμοιβή σου» ψιθύρισε έντονα και χαμογέλασε πονηρά.

  Συγκράτησα αυτό το διαβολικό χαμόγελο και όντως αργότερα μου χρησίμευσε. Χωρίς δεύτερη σκέψη ικανοποίησα την περιέργειά της, εξασφάλισα το ακριβότερο ενοίκιο και συνέχισα αναπόσπαστος τη δουλειά μου. Δεν ένιωσα ούτε φτηνός ούτε φιλοχρήματος, τουλάχιστον για την ώρα. Όλοι μας συστηνόμαστε με το όνομα που μας δόθηκε, το προφέρουμε τη στιγμή που τα χέρια σφίγγονται σε χειραψία και έπειτα δηλώνουμε πόσο χαρήκαμε για τη γνωριμία. Να που μία πράξη τόσο απλή και συνηθισμένη μπορεί να λάβει τόσο διαφορετικές προεκτάσεις στο κατάλληλο ηθικό υπόβαθρο.

  «Βλέπεις μικρέ; Όλοι έχουν το τίμημά τους. Είμαι σίγουρη πως αν σου τάξω την περιουσία μου θα δεχτείς μέχρι και να με παντρευτείς». Όχι, μέχρι εκεί δε θα έφτανα. Ήξερα πως και μόνο με τη σκέψη μίας τέτοιας ζοφερής πιθανότητας, το πρόσωπό μου δε θα ήταν ποτέ ξανά ίδιο στον καθρέφτη.

  «Ναι, όλοι και όλα έχουν το τίμημά τους. Ωστόσο τα χρήματα δεν είναι το μοναδικό μέτρο αξιολόγησης». Μπράβο μου, υπήρξα ακέραιος διατηρώντας την αξιοπρέπειά μου. Ηθικέ Καμίνο…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s