Το Αίνιγμα της Ίριδας: Κεφάλαιο 2

Κόκκινος γίγαντας

 

Το προσχέδιο προχωρούσε με γρήγορο ρυθμό, το ίδιο και η διάβρωση της συνείδησής μου, της ψυχής μου αν προτιμάς, από τις τύψεις. Εκείνα τα λόγια και κυρίως το ύφος που τα είχε συνοδεύσει ρίζωναν στο μυαλό μου και άπλωναν τα πλοκάμια τους στα βάθη του εγκεφαλικού μου φλοιού. «Όλοι έχουν το τίμημά τους». Μα της είχα αποκαλύψει μόνο το όνομά μου. «Ναι, για τα χρήματα» μού υπενθύμιζε ο αυστηρός κριτής που συνεργαζόταν με το πράσινο μάτι.

  Αξιοπρέπεια, ακεραιότητα, ηθική. Είχα αντιληφθεί τον κίνδυνο υπονόμευσής τους, είχα φτάσει στο χείλος του γκρεμού και πλέον κοιτούσα την άβυσσο. Νομίζεις πως υπερβάλλω; Όταν γύρισα στο σπίτι μου, αυτό που ανυπομονούσα να εγκαταλείψω, έτρεξα κατευθείαν στον καθρέφτη. Θυμάσαι το παραμύθι με τη διαβολική βασίλισσα; Εννοώ εκείνη που φθονούσε τη θετή κόρη της – μου διαφεύγει το όνομά της – και ζητούσε από τον καθρέφτη της να της επιβεβαιώσει πως ήταν η ομορφότερη γυναίκα στην οικουμένη. Στο τέλος δηλητηρίασε την αντίζηλό της με ένα μήλο.

  Ίδιο και χειρότερο ήταν το δηλητήριο που μου επιφύλασσε ο δικός μου καθρέφτης. Τα μαλλιά είχαν αρχίσει να χάνουν τη λάμψη τους, σε βαθμό που το γύναιο δε θα ζήλευε το άλλοτε φλογερό τους χρώμα, το γαλάζιο μάτι είχε αρχίσει να ξεθωριάζει, να γερνά, να βυθίζεται το ίδιο στην άβυσσο. Το πράσινο παρέμενε αγέρωχος κριτής των πάντων, σταθερή υπενθύμιση της ηθικής μου έκπτωσης. Είχα αποδεχτεί το όνομα που άλλοι είχαν διαλέξει για μένα, το είχα αποκαλύψει έναντι χρηματικής αμοιβής και είχα την ψευδαίσθηση ότι δεν αποτελούσε δα και κάποιο έγκλημα η κατά τ’ άλλα συμφέρουσα απόφασή μου. Σίγουρα δεν επρόκειτο για έγκλημα με την τυπική έννοια του όρου, μα υπάρχουν πολλών ειδών εγκλήματα. Άλλοτε οι κυρώσεις είναι νομικές, άλλοτε βαθύτερες, εσωτερικές. Δεν υπάρχει αυστηρότερος δικαστής από ένα υπερτραφές «εγώ». Όπως θα διαπιστώσεις στη συνέχεια, η μάχη μου με το δικό μου «εγώ» προκάλεσε ουκ ολίγες παράπλευρες απώλειες.

  Προς το παρόν δεν είχα ιδέα τι με περίμενε, πόσο ακόμα θα κυλιόμουν στο βούρκο των τύψεών μου, πόσο πιο αποδοκιμαστικά θα με κοιτούσα μέσω του ενός ματιού μου σε εκείνον και σε άλλους καθρέφτες. Αυτή ήταν και η βασική διαφορά μου με τη δολοπλόκο βασίλισσα. Εκείνη διέθετε έναν καθρέφτη που μέχρι την εμφάνιση της λαμπερής και βγαλμένης από φρέσκο παραμύθι πριγκίπισσας την κολάκευε, εγώ αντίθετα θα έβρισκα εχθρούς σε κάθε ανακλαστική επιφάνεια.

  Κάτι έπρεπε να κάνω, με κάποιον τρόπο να ανακτήσω τη χαμένη μου γοητεία απέναντι στο κάτοπτρο. Την επομένη επισκέφτηκα και πάλι την εργοδότριά μου, το ίδιο και τη μεθεπόμενη μέρα και ούτω καθεξής. Ώσπου με το πέρας της πρώτης εβδομάδας είχα ολοκληρώσει το προσχέδιο, μαζί με τους φωτισμούς και τις σκιάσεις. Σηκώθηκα και το κοίταξα. Απομακρύνθηκα περίπου δύο μέτρα, το παρατήρησα και με τους δύο μου οφθαλμούς. Για ακόμα μία φορά διαφωνούσαν.

  Καλύπτοντας με την παλάμη μου τον πράσινο, αντίκριζα ένα έργο που ανταποκρινόταν μερικώς στις προσδοκίες της χορηγού μου. Αλλάζοντας τη θέση του χεριού αισθανόμουν μέγας ψεύτης και θύμα των εξωφρενικών απαιτήσεων μίας αλαζονικής μέγαιρας. Κι αυτό γιατί ο αυστηρός μου οφθαλμός ήταν κάτι παραπάνω από ικανός να πραγματοποιήσει τη σύγκριση. Η αρραβωνιαστικιά του Χάρου παρουσιαζόταν ως μία ώριμη και σχεδόν γοητευτική γυναίκα, χωρίς καν να έχει προστεθεί το χρώμα σε αυτό το όνειδος. «Να’ σαι σίγουρος πως δε θα ικανοποιηθεί ούτε με αυτήν τη φιλότιμη προσπάθεια» μού είπε και ορκίζομαι πως τον άκουσα να γελά χαιρέκακα.

  Ήξερα πως είχε δίκιο. Δυστυχώς επιβεβαιωθήκαμε και οι δύο. Η νεράιδα του εφιαλτικού παραμυθιού ρούφηξε μεμιάς όσο κονιάκ είχε απομείνει στο ποτήρι της – τελικά πρέπει να αγαπούσε ιδιαίτερα αυτό το ποτό – και το πρόσωπό της χαράχτηκε από μερικές ρυτίδες απογοήτευσης. Προσθέτοντάς τες στις ήδη υπάρχουσες των γηρατειών, της μέθης και της κακίας μπορείς να φανταστείς το σατανικό προσωπείο που ανασυστάθηκε ως εικόνα στον ινιακό λοβό του εγκεφάλου μου. Δίκαιη ηθική ανταμοιβή του κόπου μου.

  Φυσικά δεν μπορούσε να μου αρνηθεί την υλική αμοιβή που είχαμε συμφωνήσει, ούτε να με κατηγορήσει για την ούτως ή άλλως ωραιοποιημένη εικόνα που είχα επινοήσει για χάρη της. Τη διαβεβαίωσα πως με την προσθήκη των χρωμάτων το αποτέλεσμα θα ήταν άκρως κολακευτικό κι αυτό φάνηκε να βυθίζει τον αρνητισμό στα έγκατα της μαύρης ψυχής της, έτσι όπως είχε βυθιστεί προ ολίγου το κονιάκ στον γαστρεντερικό της σωλήνα.

  Έλαβα την προκαταβολή και έφυγα σχεδόν τρέχοντας. Τα χρήματα ήταν αρκετά για να καλύψουν τουλάχιστον μισό χρόνο ενοικίασης ενός πολυτελούς διαμερίσματος στο κέντρο της πόλης. Εκεί κατευθύνθηκα, μα όχι για να βρω κάποιο μεσιτικό γραφείο. Σκοπεύω όντως να σου αποκαλύψω όλα τα ένοχα μυστικά μου. Σε αυτόν το σκοτεινό θόλο που θα συνεχίσεις να εξερευνάς με κάποιον από τους τρόπους που προανέφερα, υπάρχουν και μερικά φωτεινά άστρα. Θα ήταν άδικο να μην τα συμπεριλάβω στην άτυπη εξομολόγησή μου.

  Κατευθύνθηκα, λοιπόν, προς το πλησιέστερο ορφανοτροφείο. Σε ένα παρόμοιο κτίριο είχα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μου ηλικίας, αλλά θα επανέλθω αργότερα σε αυτήν την πτυχή της ζωής μου. Το θέμα είναι πως η δωρεά μου ήταν ειλικρινής και ωθούμενη από αγνή αγάπη, τουλάχιστον έτσι ήθελα να πιστεύω. Γι’ αυτό ζήτησα να παραμείνει ανώνυμη και μέχρι τώρα δεν είχα μιλήσει σε κανέναν γι’ αυτήν ή για όσες ακολούθησαν.

  Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγαλλίαση από το να βλέπεις στα πρόσωπα μικρών παιδιών τη χαρά και τον ενθουσιασμό που προκαλούν ένα καινούριο παιχνίδι, μια απολαυστική λιχουδιά, ένα άνετο στρώμα πάνω στο οποίο χοροπηδούν σαν σωστά ζωντόβολα… Και η αγαλλίαση γίνεται ευτυχία όταν τα παιδιά σε κοιτούν λες και είσαι ο γνωστός γενειοφόρος με τα δώρα. Στο τέλος αποφασίζουν να σε αποτελειώσουν τρέχοντας καταπάνω σου και κλείνοντάς σε για πάντα στην αγκαλιά τους. Έτσι με απόκαμαν κι εμένα, φουσκώνοντάς με ολοένα και περισσότερο με καθαρή ευλογία, τέτοια που δε θα βρεις ούτε στην πιο αρχαία θρησκεία. Νόμιζα πως θα εκραγώ, ωστόσο απ’ ό, τι φαίνεται η ανθρώπινη ψυχή είναι ικανή να απορροφήσει ανεξάντλητη ποσότητα ευτυχίας. Το αστέρι μου έγινε κόκκινος γίγαντας.

  Ένιωθα ακόμα το ζεστό κύμα των παιδικών χαμόγελων στην πονεμένη μου ψυχή, να την καταπραΰνει, να την απαλλάσσει από τύψεις, να τη φωτίζει. Ήμουν σίγουρος πως ο κριτής μου, η αυστηρή πλευρά του μυαλού μου, θα επιβράβευε τη γενναιόδωρη και ανιδιοτελή πράξη μου. Σχεδόν έτρεξα μέχρι τον καθρέφτη, δεν αντιλήφθηκα πότε κιόλας κάλυψα την απόσταση από το κέντρο της πόλης μέχρι τη φτωχογειτονιά του λιμανιού. Ξεκλείδωσα με τρεμάμενα από τη συγκίνηση χέρια, παραμέρισα τη στοίβα με τα ασιδέρωτα ρούχα και με δύο δρασκελιές έφτασα στο μπάνιο. Άναψα το φως πατώντας με περίσσια δύναμη το διακόπτη και στάθηκα απέναντι από την ανακλαστική επιφάνεια με κλειστά τα μάτια, ανυπομονώντας να τα ανοίξω όπως ένα μικρό παιδί που ξετυλίγει το χριστουγεννιάτικο δώρο του.

  Το γράμμα μου είχε χαθεί κάπου στην Ευρώπη μη φτάνοντας στη Λαπωνία και τον ευτραφή παραλήπτη του, ή ακόμα χειρότερα είχε καταχωρηθεί στη λίστα των ανεπιθύμητων. «Μα ποιον κοροϊδεύω;» πρέπει να αναρωτήθηκα μέσα στην παραζάλη και τις εξωφρενικές σκέψεις που με ήθελαν να ξεριζώνω το ίδιο μου το μάτι. Το πράσινο, το διαστροφικό, το επικριτικό. Είχα όντως την εντύπωση πως μπορούσα να ξεγελάσω τον εαυτό μου;

  Ανιδιοτέλεια και πράσινες ίριδες! Όσο κι αν νοιαζόμουν για τα ορφανά παιδιά, όσο κι αν ταυτιζόμουν μαζί τους, δε θα δώριζα εκείνο το γενναίο ποσό αν δεν πάλευα με τις τύψεις μου, με αυτήν την καταραμένη αντανάκλαση. Το άλλοτε λαμπερό πορφυρό χρώμα εξακολουθούσε να φαίνεται άτονο, σχεδόν νεκρό στο κεφάλι μου, μία φλόγα οριακά σβησμένη που σιγόκαιγε διατηρώντας καταδικασμένες ελπίδες μίας ουτοπικής αναγέννησης. Κι αυτή ήταν μόνο η αρχή.

  Φυσικά δεν μπορούσα με κανέναν τρόπο να φανταστώ την καταστροφική συνέχεια. Ο άρρωστος νους μου προσπάθησε να δραπετεύσει από το νοσηρό μονοπάτι προβάλλοντάς μου το υλικό κόστος έναντι του πνευματικού. Ποιο το νόημα της δωρεάς μου εφόσον το είδωλό μου παρέμενε αλλοιωμένο; Δε θα ήταν πολύ πιο εύκολα υποφερτή η κόλαση της ψυχής σε έναν παράδεισο για το σώμα και τις αισθήσεις; Με άλλα λόγια, χρειαζόμουν την αμοιβή μου. Ντρέπομαι και μόνο που καταγράφω εκείνες τις στιγμιαίες σκέψεις της απόλυτης αδυναμίας μου. Ντρέπομαι ακόμα περισσότερο για την άμεση επιστροφή μου στους δρόμους της γενέτειράς μου, με προορισμό το κτίριο όπου προ ολίγου το άστρο μου είχε γιγαντωθεί. Είναι τρομακτικό το πόσο εύκολα μπορεί η ανθρώπινη ύπαρξη να καταλύσει τους νόμους της φύσης, μετατρέποντας από τη μια στιγμή στην άλλη έναν κόκκινο γίγαντα σε μαύρη τρύπα.

  Θυμάμαι πόσο γρήγορα έτρεχα, αγγίζοντας σχεδόν την ταχύτητα ενός καθοριστικού μελλοντικού ανθρωποκυνηγητού. Βιάζεσαι να μάθεις τι εννοώ; Μα δε σε διακατέχει η περιέργεια για την κατάληξη του τωρινού μου αγώνα δρόμου; Συνήθως σε αντίστοιχες κινηματογραφικές σκηνές ο πρωταγωνιστής κόβει το νήμα του τερματισμού με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Στην περίπτωσή μου συνέβη κάτι τόσο απλό και ανθρώπινο που ανατρέπει και το πιο απρόσμενο σενάριο. Όσο κουτό κι αν σου φανεί, με πρόδωσαν οι πνεύμονές μου. Στάθηκα λαχανιασμένος, ξεθεωμένος ακριβώς στα μισά της διαδρομής μου, στη μέση του πεζόδρομου της Λας Ράμπλας. Ναι, η Βαρκελώνη είναι η γενέτειρά μου, σίγουρα το γνωρίζεις. Μπροστά μου δέσποζε το μωσαϊκό του Χουάν Μιρό, λευκό, μαύρο, κόκκινο, μπλε, κίτρινο, κυκλικό σαν τον κόσμο, με σχήματα απλά σαν την παιδική αγνότητα. Τούτη η αγνότητα ξεθωριάζει μαζί με τη ζωτικότητα που είχε αποζητήσει η αριστοκράτισσα στο πορτρέτο της. Τι πήγαινα να κάνω;

  Γονάτισα επάνω στο έργο του συμπατριώτη μου αδιαφορώντας για τα αδιάκριτα βλέμματα των εκατοντάδων περαστικών. Σύντομα το πλήθος με κατάπιε, περνούσα το ίδιο απαρατήρητος με το μωσαϊκό. Ακόμα και ο αυστηρός δικαστής μου έχασε την επαφή με το οπτικό μου πεδίο. Τότε θεώρησα πως τυφλώθηκε από την τέχνη του Μιρό, αργότερα θα άλλαζα γνώμη με βάναυσο τρόπο. Και πάλι προτρέχεις, κάνε υπομονή. Το θέμα είναι πως βρέθηκα πίσω στο καταθλιπτικό διαμέρισμά μου σχεδόν έρποντας, ηττημένος και ντροπιασμένος.

  Για όλα έφταιγε εκείνη, η μέγαιρα, η μάγισσα που άδικα προσπαθούσε να μεταμορφωθεί σε νεράιδα, η Γκρίζα Χήρα. Στον εκτροχιασμένο νου μου αποτελούσε τη ρίζα του κακού, την πηγή του δράματός μου. Έτσι αποφάσισα πως έπρεπε να αποδεσμευτώ το συντομότερο από την επιρροή της, οικονομική, πνευματική και ψυχολογική. Δε θα περίμενα καν να ξημερώσει. Δεν ήταν δα και τόσο ακατάλληλη η ώρα για μία ολιγόλεπτη επίσκεψη. Ίσως την πετύχαινα στο νυχτερινό της κονιάκ λίγο πριν την κατάκλιση.

  Μπορώ να ισχυριστώ με περηφάνια ότι διαθέτω ισχυρή μνήμη, ικανή να καταγράψει ακόμα και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες. Δε θα ξεχάσω ποτέ το δροσερό ανοιξιάτικο αεράκι εκείνης της βραδιάς, το ολόγιομο φεγγάρι που θα ωθούσε στα άκρα ακόμα και τον πιο συγκρατημένο λυκάνθρωπο, τα αμέτρητα άστρα που συμπλήρωναν το απαλό φως του μοναχικού δορυφόρου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την αυθόρμητη επιθυμία μου να καβαλήσω το ποδήλατό μου και την προσπάθεια που κατέβαλα ώστε να ακολουθήσω το μονοπάτι της λογικής. Η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν απαραίτητη ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο αργοπορίας μου, ενώ ήμουν ακόμα εξουθενωμένος από το μαραθώνιο των τύψεων. Ο έναστρος ουρανός της Βαρκελώνης θα με συγχωρούσε αυτήν τη φορά.

  Κι όμως από αυτήν την εντυπωσιακή μνήμη ξέφυγε η πιο καίρια πληροφορία, η ώρα της αναχώρησής μου και η αντίστοιχη της άφιξής μου στο αρχοντικό σπίτι του λόφου Μόνζουικ. Θυμάμαι το διθέσιο αυτοκίνητο που με προσπέρασε παράνομα μπροστά στο άγαλμα του Χριστόφορου Κολόμβου, τα κόκκινα φανάρια που δεν έλεγαν να πρασινίσουν, νεαρές κοπέλες που πιθανότατα εργάζονταν σε κτίρια με άλλου είδους κόκκινα φανάρια, θυμάμαι όλα αυτά και ακόμα περισσότερα που θα σε κούραζαν στην πλήρη απαρίθμησή τους. Κι όμως αγνοούσα και αγνοώ κάθε χρονικό συσχετισμό των διάχυτων αναμνήσεών μου. Σύντομα θα το μετάνιωνα.

  Για την ώρα – άγνωστη όπως δήλωσα δραματικά – μετάνιωσα για την αυθόρμητη απόφασή μου. Τα φώτα της μονοκατοικίας ήταν όλα σβηστά, ένδειξη πως η μάγισσα του παραμυθιού είχε παραιτηθεί για εκείνο το βράδυ από το προσωπικό της στοίχημα εις βάρος του ήπατός της. Αν συνέχιζε να πίνει, θα χρειαζόταν κάποιο φως να την οδηγήσει σε μία στερεή και ασφαλή επιφάνεια. Ναι, δεν υπήρχε αμφιβολία, η ένδειξη μετατρεπόταν σε απόδειξη, η εργοδότριά μου είχε αποκοιμηθεί. Στιγμιαία ευχήθηκα να πνιγεί στον εμετό της και αμέσως σιχάθηκα τον ποταπό εαυτό μου. Αργότερα θα ανατρίχιαζα αντιμετωπίζοντας την τραγική ειρωνεία. Βέβαια δεν ήταν αυτή η αιτία του επικείμενου θανάτου της.

  Απέφυγα τον καθρέφτη και σωριάστηκα στο σκληρό και άβολο στρώμα με το πρόσωπο στραμμένο στο μαξιλάρι, έτσι ώστε να βυθιστεί σε αυτό και να ανακοπεί η αναπνοή μου. Αν δε λειτουργούσε το ένστικτο της επιβίωσης ίσως και να έμενα εκεί για πάντα. Τότε τίποτα απ’ όσα ακολούθησαν δε θα είχε συμβεί και αυτό το κείμενο δε θα γραφόταν ποτέ. Δε θα ξημέρωνε ξανά, δε θα με ξυπνούσε κανείς για να με κατηγορήσει για έναν φόνο που δεν είχα διαπράξει. Μα η ζωή είναι γεμάτη πιθανότητες, σενάρια που διανθίζονται με συναισθήματα και ενέργειες, μπλέκονται το ένα με το άλλο, αλληλοαναιρούνται, συνθέτουν ένα μεθυστικό χάος. Ακόμα και το σκοτάδι σε αυτό το χάος είναι προτιμότερο από το απόλυτο κενό.

  Χτύπος στην πόρτα, το κουδούνι ήταν εδώ και μήνες χαλασμένο. «Ξύπνα αργόσχολε…» πρέπει να με διέταξε ο άγρυπνος κριτής, αναγκάζοντάς με να ανυψώσω τα βλέφαρα ώστε να απελευθερωθεί ο ανταποκριτής του. Ήταν νωρίς, πολύ νωρίς. Το υπόλοιπο σώμα αντιστάθηκε, διαμαρτυρήθηκε, κίνησε τις διαδικασίες επιστροφής στο καθεστώς ύπνου REM. Δυστυχώς η αντίσταση πνίγηκε στον ιδρώτα μου και ο ιδρώτας εξατμίστηκε μονομιάς όταν άκουσα μία βροντερή φωνή να ισχυρίζεται ότι η αστυνομία βρίσκεται στο κατώφλι μου.

  Τις στιγμές που παρεμβλήθηκαν από το αλαφιασμένο μου τίναγμα μέχρι το άνοιγμα της πόρτας τις έχω λησμονήσει. Προφανώς φόρεσα κάτι πρόχειρο, τα πρώτα ρούχα που βρέθηκαν μπροστά μου, ίσιωσα αδέξια τα μαλλιά μου με τα χέρια και ίσως να αποπειράθηκα να περιορίσω κάπως το χάος του μικροσκοπικού μου σπιτιού. Είναι τόσο εύκολο να παγιωθεί το χάος σε τέτοιους χώρους κι όμως εξίσου δύσκολο να υπερνικηθεί η αδυσώπητη ορμή του.

  Ο αστυνομικός με τη βροντερή φωνή μπήκε φουριόζος στην προσωπική μου στάλα εντροπίας συνοδευόμενος από δύο συναδέλφους του. Όταν επιτέλους το μυαλό μου εισήχθη σε έναν αξιοπρεπή ρυθμό λειτουργίας, άκουσα τα λόγια που έστειλε στο στόμα μου να ηχούν ξένα μέσα στη δίνη των γεγονότων.

  «Τι τρέχει αστυνόμε; Προς τι όλη αυτή η αναταραχή;» είπε ένας Καμίνο που είχε ξυπνήσει νωρίτερα από μένα. Οι δύο σιωπηλοί άντρες με πλησίασαν και στάθηκαν εκατέρωθεν πλάι μου. Δε θα άρθρωναν λέξη ούτε στη συνέχεια, μα αυτό δε με απασχόλησε παρά μόνο τώρα που ενθυμούμαι το όλο περιστατικό.

  «Κύριε Καμίνο, φοβάμαι πως θα πρέπει να μας ακολουθήσετε στο Τμήμα. Θεωρείστε ο κύριος ύποπτος για το φόνο της λαίδης Ρελάτιο». Και η μαύρη τρύπα απορρόφησε κάθε ίχνος φωτός, κάθε πιθανότητα αναγέννησης του κόκκινου γίγαντα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s